ακούνητος

[акунитос] εκ. непоколебимый,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "ακούνητος" в других словарях:

  • ακούνητος — ακούνητος, η, ο και ακούνιστος, η, ο 1. αυτός που δεν κουνιέται, αμετακίνητος: Αυτή είναι πέτρα βαριά, ακούνητη. 2. αυτός που δεν κουνήθηκε σε παιχνίδι κούνιας: Όλοι κουνηθήκατε, μονάχα εγώ έμεινα ακούνιστος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ακούνητος — η, ο [κουνώ] αυτός που δεν κουνιέται, δεν κουνήθηκε ή δεν μπορεί να κουνηθεί …   Dictionary of Greek

  • ακίνητος — η, ο (Α ἀκίνητος, ον) και ακούνητος, ιστός αυτός που δεν κινείται, ο ασάλευτος «στάθηκε ακίνητος» αρχ. «ἄστρα ἀκίνητα», οι απλανείς αστέρες (Πολυδ.) μσν. νεοελλ. ἀκίνητος ἑορτή γιορτή η οποία γιορτάζεται πάντα σε σταθερή ημερομηνία νεοελλ. 1.… …   Dictionary of Greek

  • αλίκνιστος — η, ο [λικνίζω] 1. αυτός που δεν λικνίστηκε, δεν κουνήθηκε στην κούνια του, ακούνητος 2. αυτός που δεν παρηγορήθηκε ή δεν καθησυχάστηκε με απατηλές υποσχέσεις …   Dictionary of Greek

  • ακίνητος — η, ο 1. αυτός που δεν κινήθηκε, ακούνητος: Στεκόταν πάντα στην ίδια θέση ακίνητος. 2. αυτός που δεν μπορεί να μετακινηθεί, να μετατεθεί: Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου είναι γιορτή ακίνητη. 3. «ακίνητη περιουσία», αυτή που αποτελείται από ακίνητα… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αξεκούνητος — η, ο επίρρ. α αυτός που δεν μπορεί να μετακινηθεί, ακούνητος: Μ όλες τις προσπάθειές τους η πέτρα ήταν στη θέση της αξεκούνητη …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.